Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ: Συστηματική - Ερμηνευτική προσέγγιση

Το ομοούσιο του Αγίου Πνεύματος προς τον Πατέρα και τον Υιό αποτελεί την αχώριστη σύναψη και σύνδεσή τους. Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος ως φορέα της θείας χάριτος και του αγιασμού, δηλώνει και πιστοποιεί την παρουσία του Θεού.


Γράφει η Ελένη Δραμπάλα


(Βλ. και Πνευματολογία Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου ΕΔΩ)

ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ

Ομολογία πίστεως κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο («καί εἰς τό Ἅγιον Πνεῦμα»)

Απεικόνιση Αγίας Τριάδος στη "Θεία Λειτουργία"
(16ος αι.). Μουσείο ιερών εικόνων και κειμηλίων
Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης
 Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.), οι 318 Πατέρες διετύπωσαν την ομολογία πίστεως (Σύμβολο Νικαίας) στο Άγιο Πνεύμα (τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος) με μία λακωνική και λιτή δήλωση, μη αναφερόμενοι στην μοναδικότητά Του, παραλείποντας δε το αριθμητικό «ἕν» δημιουργούνται απορίες λόγω αγιογραφικού ερείσματος, αφού ο Παύλος στις επιστολές του ομιλεί για τον ένα Θεό, τον ένα Κύριο, το ένα σώμα και το «ἕν Πνεῦμα» (Εφ. 4:4-5), «καί γάρ ἐν ἑνί Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἕν σῶμα ἐβαπτίσθημεν» (Α΄Κορ. 12:13). Εξ άλλου, ο Μ.Αθανάσιος, θεωρεί ότι η προσθήκη της πίστεως στο Άγιο Πνεύμα ανατρέπει μεν τη βλασφημία αλλά και την άποψη ότι είναι «κτίσμα», ολοκληρώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την περί Τριαδικού Θεού Ορθόδοξη πίστη[1]. Άλλωστε, είναι προφανές ότι η ομολογία δηλώνει την θεότητά Του και επιβεβαιώνει ότι δεν είναι «διηρημένον» από τα άλλα δύο Πρόσωπα. Με απόλυτη σαφήνεια, λοιπόν, ο Μ.Αθανάσιος δηλώνει: «Οἱ γάρ προσποιούμενοι μέν ὀνομάζειν τήν ὁμολογηθεῖσαν ἐν Νικαίᾳ πίστιν, τολμῶντες δέ κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βλασφημεῖν, οὐδέν πλέον ποιοῦσιν, ἤ τήν Ἀρειανήν αἵρεσιν τοῖς μέν ρήμασιν ἀρνοῦνται, τῷ δέ φρονήματι ταύτην κατέχουσιν», δηλ. αναφέρεται στην αίρεση των Αρειανών που εισάγει την διαίρεση της Τριαδικής θεότητας[2] (βλ. άρθρο ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΣ εδώ). Συμπερασματικά, οι συνοδικοί Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής, με την προσθήκη «καί εἰς τό Ἅγιον Πνεῦμα», συνεδόξασαν το Πνεύμα μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό στην μία πίστη της Αγίας Τριάδος και στην μία θεότητα.

Το Σύμβολο της Νικαίας αναγνωρίσθηκε ως το θεολογικό θεμέλιο της δογματικής διδασκαλίας, αφού επανειλημμένα οι Πατέρες αναφέρονται σ’ αυτό ως τη θεόγραφη πίστη μέσα στην οποία εμπεριέχονται τα θεμελιώδη χριστιανικά δόγματα, και η συνείδησή τους αυτή είναι αποτυπωμένη με εναργή τρόπο στους ύμνους της εορτής των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής, εξαγγέλλοντας ότι η έκδοση του Συμβόλου υπήρξε καρπός της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος. Παραθέτουμε απόσπασμα:

            Ὅλην συγκροτήσαντες τήν τῆς ψυχῆς ἐπιστήμην
                   καί τῷ θείῳ Πνεύματι συνδιασκεψάμενοι,
                   τό οὐράνιον καί σεπτόν Σύμβολον
                   οἱ σεπτοί Πατέρες θεογράφως διεχάραξαν ............

                   Ὅλην εἰσδεξάμενοι τήν νοητήν λαμπηδόνα
                   τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
                   τό ὑπερφυέστατον χρησμολόγημα,
                   τῷ βραχεῖ ρήματι καί πολλῇ συνέσει,
                   θεοπνεύστως ἀπεφθέγξαντο οἱ χριστοκήρυκες
                   εὐαγγελικῶν προϊστάμενοι δογμάτων οἱ μακάριοι
                   καί τῶν εὐσεβῶν παραδόσεων
                   ἄνωθεν λαβόντες τήν τούτων ἀποκάλυψιν σαφῶς
                   καί φωτισθέντες, εξέθεντο πίστιν θεοδίδακτον[3].

Ομολογία πίστεως κατά την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο («καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό κύριον, τό ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, τό σύν Πατρί καί Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καί συνδοξαζόμενον, τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν»)

Η Β΄ εν Κωνσταντινουπόλει Οικουμενική Σύνοδος (381 μ.Χ.), χρησιμοποίησε την θεολογία που καθιστούσε σαφές ότι το Άγιο Πνεύμα συναριθμείται και συνδοξάζεται με τον Πατέρα και τον Υιό, ως ισότιμο θείο Πρόσωπο κατά την θεότητα.

File:Angelsatmamre-trinity-rublev-1410.jpg
Απεικόνιση της Αγίας Τριάδος με τη μορφή τριών αγγέλων
στη "φιλοξενία του Αβραάμ". Ρωσική εικόνα του Αντρέϊ
Ρουμπλιώφ. 
Το ουδέτερο της λέξης Κύριος, δηλ. «κύριον», που οι συνοδικοί Πατέρες σπάνια χρησιμοποιούσαν, δηλώνει την κυριότητα, την μοναδικότητα, το κύρος, την θεϊκή εξουσία του τρίτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, χωρίς να διαφέρει από τον Θεό Κύριο και από τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ως προς την ανθρώπινη ερμηνευτική της η λέξη δηλώνει καταδυνάστευση, μία εξουσιαστική και εξουθενωτική ισχύ, παράγοντας δουλεία, όπως συμβαίνει σε κυριαρχικά ανθρώπινα καθεστώτα, όμως εδώ πρόκειται για την θεία κυριότητα, η οποία παράγει την απαλλαγή από τη δουλεία, παράγει ελευθερία και απαλλάσει από την φθορά, λαμβάνοντας εντελώς διαφορετικές διαστάσεις, αφού οδηγεί «ἀπό τήν δουλείαν τῆς φθορᾶς εἰς τήν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8:21).

Η αγιογραφική έννοια «ζωοποιόν», δηλώνει ότι το Άγιο Πνεύμα ενεργεί τη ζωή και ζωοποιεί τα θνητά σώματα, με την προϋπόθεση ότι βρίσκεται εντός των ανθρώπων, ενώ ο θείος Παύλος στην προς Ρωμαίους Επιστολή του, μας εξηγεί πώς το Άγιο Πνεύμα θα μεταστοιχειώσει τα νεκρά σώματα σε ζωή, και πάλι με την προϋπόθεση ότι οι άνθρωποι θα το δεχθούν («Εἰ δέ τό Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν, ὁ ἐγείρας τόν Χριστόν ἐκ νεκρῶν ζωοποιήσει καί τά θνητά σώματα ὑμῶν διά τό ἐνοικοῦν αὐτοῦ Πνεῦμα ἐν ὑμῖν», Ρωμ. 8:11). Επίσης, δηλώνεται η θεότητά Του, που ως θείο Πρόσωπο είναι χορηγός ζωής όπως ο Πατέρας και ο Υιός, ενώ η ενότητα της φύσης Τους ακολουθείται από την ενότητα της δύναμης και της ενέργειάς τους. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης (αδελφός του Μ.Βασιλείου), ο οποίος ήταν πρωταγωνιστής στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, αναφέρθηκε στην διά του Αγίου Πνεύματος ζωοποίηση του βαπτιζομένου, σημειώνοντας ότι «τό Πνεῦμά ἐστι τό ζωοποιοῦν» (Ἰω. 6:63).


Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους. Ασπίδα της οροφής του
προστώου της εισόδου εμφανίζεται  η Αγία Τριάδα
περιστοιχισμένη από πλήθος αγγέλων.
Η έκφραση «τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον», αγιογραφική, δηλώνει το ιδιαίτερο γνώρισμα του Αγίου Πνεύματος, δηλ. την εκπόρευσή Του που αποτελεί μυστήριο αδιερεύνητο, διότι είναι υπέρ τον χρόνο και υπέρ τον λόγο, αφού δεν δυνάμεθα ούτε με την λογική, ούτε με χρονικούς προσδιορισμούς να το παραστήσουμε. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρεται στην από τον Πατέρα αΐδιο γέννηση του Υιού και στην από τον Πατέρα αΐδιο εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, με αποφατικό λόγο: «Πότε οὖν ταῦτα; Ὑπέρ τό πότε ταῦτα. Εἰ δέ δεῖ τι καί νεανικῶς εἰπεῖν, ὅτε ὁ Πατήρ. Πότε δέ ὁ Πατήρ; Οὐκ ἦν ὅτε οὐκ ἦν. Τοῦτο οὖν καί ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ... Πότε ὁ Υἱός γεγέννηται; Ὅτε ὁ Πατήρ οὐ γεγέννηται. Πότε δέ τό Πνεῦμα ἐκπορεύεται; Ὅτε ὁ Υἱός οὐκ ἐκπορεύεται, ἀλλά γεγέννηται ἀχρόνως καί ὑπέρ λόγον. Εἰ καί μή δυνάμεθα τό ὑπέρ χρόνον παραστῆσαι, θέλοντες χρονικήν ἐκφυγεῖν ἔμφασιν»[4]. Η αγεννησία, η γέννηση και η εκπόρευση που αποτελούν την διάκριση των θείων Προσώπων, δεν διασαλεύουν τη φυσική θεία ενότητα, αλλά ούτε και την ενότητα της ενέργειας του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, επειδή η ενέργεια αυτή δεν είναι ατελής αλλά τέλεια θεία κίνηση, και δεν βαρύνεται από κάποια αναγκαιότητα αφού στηρίζεται στη θεία φυσική ενότητα.

Η φράση «τό σύν Πατρί καί Υἱῷ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον», δηλώνει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ένα από τα τρία θεία Πρόσωπα, στο Οποίο αρμόζει προσκύνηση και δοξολογία, όπως στον Πατέρα και στον Υιό. Στους Αλεξανδρινούς θεολόγους, όπως ο Ωριγένης, ο Αθανάσιος, αλλά και στους Καππαδόκες, η έννοια της δόξας και της δοξολογίας δεν είναι απλώς μία λατρευτική ή ευχαριστιακή κίνηση του ανθρώπου προς τον Θεό, αλλά σημαίνει και την περί Θεού διδασκαλία, δηλ. Θεολογία και δοξολογία αλληλοπεριχωρούνται. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης θεωρεί ότι το Άγιο Πνεύμα είναι «δόξα» και διά προσφυσήματος ο Υιός το έδωσε στους μαθητές του προ καταβολής κόσμου, με σκοπό μέσω της ενοποιού Του δυνάμεως να θεωθούν. Ο Μ. Βασίλειος διευκρινίζοντας την συν-δοξολογία και την συν-προσκύνηση του Αγίου Πνεύματος, μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό, σημειώνει ότι αυτά είναι τα δώρα του Παρακλήτου. Δηλαδή, ο άνθρωπος δεν μπορεί μόνον με τις δικές του δυνάμεις να φθάσει στη δοξολογία και στη προσκύνηση του Αγίου Πνεύματος, αλλά ούτε όμως το Άγιο Πνεύμα έχει ανάγκη τη δοξολογία, η οποία ούτως ή άλλως είναι εξομολόγηση της δικής μας ασθένειας παρά «τῆς ἐκείνου ἀξίας». Η δοξολογία του Αγίου Πνεύματος από τον άνθρωπο γίνεται με την ενέργειά Του.

Με την φράση «τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν», ολοκληρώνεται περιεκτικά και συνοπτικά η πνευματολογία της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου κι αυτό καταφαίνεται στην Β΄ επιστολή Πέτρου (1:2) «οὐ θελήματί ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτέ προφητεία, ἀλλ’ ὑπό Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι», ενώ ο απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του (12:6-11) αναφέρεται στις «διαιρέσεις ἐνεργημάτων» και στά διάφορα χαρίσματα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η προφητεία, προσθέτοντας «πάντα ταῦτα ἐνεργεῖ τό ἕν καί τό αὐτό Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθώς βούλεται» και θεωρώντας ο θείος Παύλος ότι το Άγιο Πνεύμα ενεργούσε και στην Παλαιά Διαθήκη, αφού ο λόγος των Προφητών δεν ήταν ένα ανθρώπινο κύρυγμα, αλλά ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι έργο του Τριαδικού Θεού, προκειμένου να προετοιμάσει τον κόσμο, αφού ο λόγος των Προφητών αποτελεί μέρος του Θείου Σχεδίου για τη σωτηρία των ανθρώπων, και υπό αυτή την έννοια ήταν εκδήλωση της αγάπης του Θεού κατευθύνοντας την ιστορία και με αυτόν τον τρόπο μέσω του προφητικού λόγου, ώστε να προσλάβουν οι άνθρωποι τα στοιχεία και τις προϋποθέσεις για να δεχθούν το κήρυγμα του Θεανθρώπου. Στην αρχέγονη Εκκλησία, η προφητεία αποτελούσε ιδιαίτερη λειτουργική διακονία, που είχε ως θεμέλιο την ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία το Άγιο πνεύμα επεδήμησε στους Αποστόλους, οπότε εκείνοι άρχισαν να συνάγουν τα διασκορπισμένα πλήθη σε μία νέα συναγωγή, στην Εκκλησία. Η προφητεία, ως λόγος του Αγίου Πνεύματος, εκδηλώθηκε αρχικά αμέσως μετά την Πεντηκοστή, όταν οι απόστολοι με τη γλωσσολαλία συγκέντρωναν τους λαούς στην εκκκλησιαστικἤ οικογένεια, στη συνέχεια δε ως ιδιαίτερο χάρισμα ενίσχυσης του αποστολικού κηρύγματος. Το χάρισμα εκείνο υποχώρησε προοδευτικά επειδή εκπληρώθηκε η ιστορική αποστολή του, αλλά επιπλέον, επειδή εμφανίστηκαν ακραίες εκδηλώσεις που παρενόησαν την εκκλησιαστική ευσέβεια δημιουργώντας επικίνδυνες νοθεύσεις[5].  

Η συνύπαρξη του Αγίου Πνεύματος με τον Πατέρα και τον Υιό

Το ομοούσιο του Αγίου Πνεύματος προς τον Πατέρα και τον Υιό αποτελεί την αχώριστη σύναψη και σύνδεσή τους. Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος , δηλ. η θεία ενέργειά Του, επισημαίνεται στη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ, και ενώ δεν μνημονεύεται το ίδιο, όμως διεύρυνε και μετασκεύασε την αίσθηση των μαθητών Πέτρου, Ιακώβου και Ιωάννη, ώστε να μπορέσουν να δουν το άκτιστο φως της Μεταμόρφωσης, το «θαβώριο» φως, που άστραψε γύρω «τῇ ἐναλλαγῇ τῶν κατ’ αἴσθησιν ἐνεργειῶν, ἥν αὐτοῖς τό πνεῦμα ἐνήργησεν», σύμφωνα με τον Μάξιμο Ομολογητή[6]. Άλλωστε και ο Γρηγόριος Παλαμάς παρατηρεί «Ὁρᾷς ὡς ἀθέατον ἦν ἐκεῖνο τό φῶς τῇ αἰσθήσει μή μετασκευασθείσῃ διά τοῦ πνεύματος;»[7]. Η επενέργεια, επομένως, και του Αγίου Πνεύματος στην Μεταμόρφωση του Κυρίου, δηλώνει ότι οι θείες ενέργειες προσιδιάζουν ουσιωδώς και στα τρία θεία Πρόσωπα. Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος ως φορέα της θείας χάριτος και του αγιασμού, δηλώνει και πιστοποιεί την παρουσία του Θεού, ενώ η υπερέχουσα φύση Του, η υπέρ την κτίση, βεβαιώνεται από το γεγονός ότι έχει τις ίδιες ονομασίες και προσηγορίες με τον Πατέρα και τον Υιό, συνυπάρχει με αυτούς και λειτουργεί απο κοινού, αλλά επιπλέον νοείται αναμφίβολα και το ομοούσιο προς τις άλλες δύο θείες υποστάσεις, τον Πατέρα και τον Υιό[8].

Η Εκκλησία του Παρακλήτου

Η Εκκλησία, ως κοινωνία λογικών και νοερών όντων, κτισμένη από τον τριαδικό Θεό, αλλά και ως μικρόκοσμος της ίδιας τριαδικής κοινωνίας, δεν είναι ένας κόσμος στατικός, αλλά ούτε και ολοκληρωμένος. Είναι κόσμος που πορεύεται προς το Ω μιάς επιβαλλόμενης από την κτιστότητα κατάληξης. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, σύμφωνα με τα βιβλικά και πατερικά μνημεία της παράδοσης, γίνεται λόγος για φάσεις της Εκκλησίας και καλύτερα για φάσεις της ίδιας της δημιουργίας, που καταγράφονται ως εξής:

1) Η Εκκλησία των πρωτοτόκων, δηλαδή η εκκλησία του πρώτου νοητού κόσμου των αιώνων, το Α της δημιουργίας.

2) Η Εκκλησία της αισθητής και νοητής παραδείσιας κοινωνίας, της μικτής κατάστασης, δηλ. η Εκκλησία των πρωτοπλάστων, όπως ακριβώς αναφέρεται στη διήγηση της Γένεσης.

3) Η εκλογή και η ιστορία του περιούσιου λαού, δηλ. ο άσαρκος Λόγος στον οποίο τα μέλη της Εκκλησίας ήταν «προτετυπωμένα» κατά τον Μ.Αθανάσιο, ενδημεί τώρα στους πατριάρχες και τους προφήτες, όπου η Εκκλησία αυτή πορεύεται μέσα από σκληρές και δραματικές περιπέτειες, προτυπώνοντας την νέα φάση της ενανθρώπησης του άσαρκου Λόγου.

Το Άγιο Πνεύμα ως περιστέρι σε βιτρώ
στη βασιλική του Αγίου Πέτρου - Ρώμη.
4) Η Εκκλησία του Παρακλήτου, που αρχίζει με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, είναι η φάση που διανύουμε σήμερα, και που στη φάση αυτή αποσοβείται η εκθεμελίωση ή μάλλον ο κίνδυνος της εκθεμελίωσης του κόσμου με την κατασκευή «καινῶν θεμελίων», «καινῆς κτίσεως». Η ένσαρκος πολιτεία του Λόγου έχει συντελέσει ήδη στη στερέωση της ελπίδας για την τελική είσοδο στη δόξα της θείας βασιλείας. Η Εκκλησία του Παρακλήτου είναι το κέντρο της κτίσης και της ιστορίας και το μήνυμα της οικουμενικότητας και της συμπαντικότητας. Κηρύττει έντονα και ανοιχτά τον ενοποιητικό ρόλο. Η οικουμενικότητα και η συμπαντικότητα αποτελεί το πεντόσταγμά της. Η ιστορία του περιούσιου λαού διασπάστηκε από τον Παράκλητο, που κατέλυσε την εισβολή της εγωκεντρικότητας και την επικράτηση της κυριαρχικότητας και αποκλειστικότητας στις στενές πεποιθήσεις του σοβαρού συμπτώματος του προπατορικού αμαρτήματος. Το πνεύμα της οικουμενικότητας εγγυάται την παραμονή στην Εκκλησία του Παρακλήτου, την κατεξοχήν οικουμενική της διάσταση, με την τελειωτική υποδομή των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος, που είναι η πηγή της αγαπητικής επέκτασης, της ενσάρκωσης της ίδιας της οικουμενικότητας, μέσα στις εγωκεντρικές και διασπαστικές περιπέτειες της ιστορίας της θείας οικονομίας. ΚΑΙ

5) Η εσχατολογική τελείωση της Εκκλησίας, που είναι το Ω της κατάληξης του δράματος της δημιουργίας και σφραγίζει την ολοκλήρωση της ιστορίας της θείας οικονομίας. Η ολοκλήρωση αυτή σημαίνει την κατάπαυση όλων των δεινών της κακής αλλοίωσης των κτιστών όντων. Η τελική μετοχή στο φως της θείας βασιλείας, θα είναι επ’ άπειρον ακόρεστη θέα και κίνηση των όντων στα άπειρα βάθη της θεότητας[9].

Ελένη Δραμπάλα


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


[1] Πρός τούς ἐν Ἀφρικῇ ἐπισκόπους, 11 «Εἰρηκότες γάρ οἱ Πατέρες περί τῆς εἰς τόν Υἱόν πίστεως, ἐπήγαγον εὐθύς· πιστεύομεν καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἵνα, τελείαν καί πλήρη τήν εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα πίστιν ὁμολογήσαντες, τόν χαρακτῆρα τῆς ἐν Χριστῷ πίστεως καί τήν διδασκαλίαν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐν τούτῳ γνωρίσωσι».
[2] Πρός τούς Ἀντιοχεῖς, 3.
[3]  Κ. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων, Τόμος 2ος,  Αθήναι 2004, σελ. 289.
[4]  Λόγος 29, Θεολογικός Τρίτος, Περί Υἱοῦ, 3.
[5]  Κ. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων, Τόμος 2ος,  Αθήναι 2004, σ.σ. 525-527.
[6]  Μαξίμου Ομολογητού, Περί ἀποριῶν, PG 91, 1128A.
[7] Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγ. 2, 3,22, ΓΠΣ τ. Α΄, σ.558. Βλ. Χ.Σωτηροπούλου, Θέματα Θεολογίας, σελ. 79.
[8]  Ν.Γ.Ξεξάκη, Ορθόδοξος Δογματική, Τόμος Β΄, Αθήνα 2009, σ.σ. 185-210.
[9]  Ν.Α.Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β, Θεσσαλονίκη 2009, σ.σ. 367-380. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αβαγνον